οὐρανός

οὐρᾰνός, , [dialect] Dor. and [dialect] Boeot. [full] ὠρανός Alcm.23.16, Theoc.2.147, 5.144, Corinn.Supp.2.79, Hymn.Is.19; [dialect] Aeol. [full] ὄρανος (
A

ὀράνω Sapph.37

, 64, Alc.34, but

ὠράνω Sapph.1.11

(s. v.l.), Alc.17 (s. v.l.), and v. Οὐρανία): —never used in pl. by classical writers, v. 1.4: (v. fin.):
I heaven: in Hom. and Hes.,
1 vault or firmament of heaven, sky,

γαῖα . . ἐγείνατο ἶσον ἑαυτῇ οὐρανὸν ἀστερόεντα, ἵνα μιν περὶ πάντα καλύπτοι Hes.Th.127

;

ἔχει δέ τε κίονας αὐτὸς [Ἄτλας] μακράς, αἳ γαῖάν τε καὶ οὐρανὸν ἀμφὶς ἔχουσι Od.1.54

, cf. A.Pr.351;

χάλκεος Il.17.425

;

πολύχαλκος 5.504

, Od.3.2;

σιδήρεος 15.329

; wrapped in clouds, Il.15.192, Od.5.303; above the aether, Il.2.458, 17.425, 19.351, cf. Sch.Il.3.3; even Emp. continued to regard it as solid ([etym.] στερέμνιον), Placit.2.11.2 (Vorsokr. ip.209); defined as αἰθέρος τὸ ἔσχατον by Zeno Stoic.1.33, cf. Ar.Nu.95 sqq.; ἠέλιος δὲ οὐρανοῦ ἐξαπόλωλε, of an eclipse, Od.20.357, cf. S.Aj.845;

ἐν δὲ τὰ τείρεα πάντα, τά τ' οὐρανὸς ἐστεφάνωται Il.18.485

;

Ἕσπερος, ὃς κάλλιστος ἐν οὐρανῷ ἵσταται ἀστήρ 22.318

;

οὐρανὸς ἀστερόεις 6.108

,al.
2 heaven, as the seat of the gods, outside or above this skyey vault, the portion of Zeus (v. Ὄλυμπος), 15.192, cf.Od.1.67, etc.;

οὐ. Οὔλυμπός τε Il.1.497

, 8.394; Οὔλυμ πός τε καὶ οὐ. 19.128; πύλαι οὐρανοῦ Heaven-gate, i. e. a thick cloud, which the Ὧραι lifted and put down like a trap-door, 5.749, 8.393; so, later, οἱ ἐξ οὐρανοῦ the gods of heaven, A.Pr.897 (lyr.); οἱ ἐν οὐρανῷ θεοί (viz. Sun, etc.) Pl.R.508a;

εὔχετο, χεῖρ' ὀρέγων εἰς οὐ. ἀστερόεντα Il.15.371

, Od.9.527; νὴ τὸν οὐ. Ar.Pl.267, 366.
3 in common language, sky,

οὐδέ τις ἄλλη φαίνετο γαιάων, ἀλλ' οὐ. ἠδὲ θάλασσα Od.14.302

;

σέλας δ' εἰς οὐ. ἵκῃ Il.8.509

; κλέος οὐρανὸν ἵκει, κλέος οὐ. εὐρὺν ἱκάνει, renown reaches to heaven, ib.192, Od.19.108
; so ὀρυμαγδός, κνίση, σκόπελος οὐρανὸν ἷκεν or ἱκάνει, Il.17.425, 1.317, Od.12.73 (cf.

οὐράνιος 11

, οὐρανομήκης): metaph., ὕβρις τε βίη τε σιδήρεον οὐ. ἵκει deeds of violence 'cry to heaven', 15.329, 17.565;

γῇ τε κοὐρανῷ λέξαι . . τύχας E.Med.57

, cf. Philem.79.1; πρὸς οὐρανὸν βιβάζειν τι to exalt to heaven, SOC381; πρὸς τὸν οὐ. ἥλλοντο leaped up on high, X.Cyr.1.4.11;

πρὸς τὸν οὐ. βλέπειν Id.Oec.19.9

.
4 in Philos., the heavens, universe, Pl.Plt.269d, Ti.32b, Arist.Cael.278b21, Metaph.990a20, al.: pl. in VT, οἱ οὐρανοί the heavens, LXX Ps.96(97).6, 148.4,al.
5 a region of heaven, climate, Hdt.1.142.
6 Pythag. name of 10, Theol.Ar. 59.
II anything shaped like the vault of heaven, as,
1 vaulted roof or ceiling, Hsch.
2 roof of the mouth, palate, Arist.HA492a20, PA660a14, Ath.8.344b, AP5.104 (Marc. Arg.).
3 lid, Matro Conv.12.
4 tent, pavilion, Them.Or.13.166b.
III pr. n., Uranos, son of Erebos and Gaia, Hes. Th.127sq.; but husband of Gaia, parent of Cronos and the Titans (cf. Οὐρανίδης), ib.106, h.Hom. 30.17, cf. A.Pr.207. (Acc. to Arist.Mu.400a7, from ὅρος and ἄνω, cf. Pl.Cra.396c. This must be wrong, but the true etym. is doubtful.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ουρανός — ο 1) небо; 2) небеса – духовный мир, где, по мнению богословов, находится Престол Божий и где Бог открывает свое величество и славу ангелам и своим угодникам: η Βασιλεία των ουρανών Царство небесное; 3) куполообразная сень над Престолом …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • Οὐρανός — heaven masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ουρανός — Για τον γήινο παρατηρητή, είναι ο ημισφαιρικός θόλος που φαινομενικά ορίζει το διάστημα και στον οποίο προβάλλονται κατά τη νύχτα οι ορατοί αστέρες. Ο. αποκαλείται και ό,τιδήποτε έχει το σχήμα του ουράνιου θόλου, όπως οροφή ή στέγη σε σχήμα θόλου …   Dictionary of Greek

  • ουρανός — ο 1. το άπειρο διάστημα όπου κινούνται τα ουράνια σώματα. 2. ο ουράνιος θόλος σε κάθε τόπο της Γης: Με τ ουρανού το ρόδισμα ξεκινήσαμε. 3. ουράνια περιοχή, ως κατοικία θεών και ψυχών: Ο Θεός βρίσκεται στους Ουρανούς. 4. μτφ., το επιστέγασμα κάθε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ουρανός — [уранос] ουσ. а. небо, небосвод, балдахин …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Ουρανός, Μιχαήλ — (11ος αι.). Βυζαντινός στρατηγός. Ο θείος του αυτοκράτορας Μιχαήλ ΣΤ’ ο Στρατιωτικός, τον διόρισε στρατηγό διοικητή της Αντιόχειας αντί του στρατηγού Κατακαλών Κεκαυμένου. θέλοντας μάλιστα να του προσδώσει κύρος και αίγλη, τον ονόμασε Ο., επειδή… …   Dictionary of Greek

  • Ουρανός, Νικηφόρος — (10ος 11ος αι. μ.Χ.). Βυζαντινός στρατηγός. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Βασίλειου B’ (976 1025). Ως αρχηγός των βυζαντινών στρατευμάτων των ευρωπαϊκών επαρχιών, στάλθηκε από τον αυτοκράτορα εναντίον του ηγεμόνα των Βουλγάρων Σαμουήλ, που… …   Dictionary of Greek

  • Νικηφόρος Ουρανός — Βυζαντινός στρατηγός. Βλ. λ. Ουρανός. Επώνυμο Βυζαντινών στρατηγών …   Dictionary of Greek

  • Уран в мифологии — (Ούρανός небо) в греческой мифологии сын и супруг Геи (Земли), отец титанов, киклопов и сторуких исполинов (гекатонхейров). Так как он не позволял своим детям видеть свет и скрывал их в недрах земли, то Гея возмутила против него детей, и младший… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Уран (миф.) — (Ούρανός небо) в греческой мифологии сын и супруг Геи (Земли), отец титанов, киклопов и сторуких исполинов (гекатонхейров). Так как он не позволял своим детям видеть свет и скрывал их в недрах земли, то Гея возмутила против него детей, и младший… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • Οὐρανοῖο — Οὐρανός heaven masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.